αναλαμβάνω


αναλαμβάνω
αναλαμβάνω, ανέλαβα (σπάν. ανάλαβα) βλ. πίν. 165

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀναλαμβάνω — take up pres subj act 1st sg ἀναλαμβάνω take up pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναλαμβάνω — και αναλαβαίνω ανάλαβα, και ανέλαβα, αναλήφθηκα, ανειλημμένος 1. μτβ., παίρνω πάνω μου, στα χέρια μου: Την υπόθεση ανάλαβε ο δικηγόρος. 2. αμτβ., ανακτώ τις δυνάμεις μου, δυναμώνω: Ανάλαβε πια εντελώς από την αρρώστια. 3. ο παθ. αόρ., αναλήφθηκα… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναλαμβάνω — (Α ἀναλαμβάνω Ν αναλαβαίνω) 1. παίρνω (στα χέρια μου), λαμβάνω 2. δέχομαι να φέρω σε πέρας κάποια εργασία ή υπόθεση, επωμίζομαι την ευθύνη για κάτι 3. αρχίζω να εργάζομαι ως υπάλληλος σε υπηρεσία, αποκτώ κάποιο αξίωμα 4. ανακτώ τις δυνάμεις μου,… …   Dictionary of Greek

  • αναλαμβάνω — [аналамвано] р. брать, принимать на себя …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀναλαμβάνετε — ἀναλαμβάνω take up pres imperat act 2nd pl ἀναλαμβάνω take up pres ind act 2nd pl ἀναλαμβάνω take up imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλαμβάνῃ — ἀναλαμβάνω take up pres subj mp 2nd sg ἀναλαμβάνω take up pres ind mp 2nd sg ἀναλαμβάνω take up pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνειλημμένα — ἀναλαμβάνω take up perf part mp neut nom/voc/acc pl ἀνειλημμένᾱ , ἀναλαμβάνω take up perf part mp fem nom/voc/acc dual ἀνειλημμένᾱ , ἀναλαμβάνω take up perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλαβόμενον — ἀναλαμβάνω take up aor part mid masc acc sg ἀναλαμβάνω take up aor part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλαβόν — ἀναλαμβάνω take up aor part act masc voc sg ἀναλαμβάνω take up aor part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλαβόντα — ἀναλαμβάνω take up aor part act neut nom/voc/acc pl ἀναλαμβάνω take up aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)